Βιογραφία
Ο Αλέξανδρος Γ΄ της Μακεδονίας, περισσότερο γνωστός ως Μέγας Αλέξανδρος (έζησε 21 Ιουλίου 356 π.Χ. – 10 ή 11 Ιουνίου 323 π.Χ., βασίλευσε 336-323 π.Χ.), ήταν γιος του Βασιλιά Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας (βασίλευσε 359-336 π.Χ.), έγινε βασιλιάς μετά το θάνατο του πατέρα του το 336 π.Χ. και έπειτα κατέκτησε το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου.
Όταν ήταν νέος, ο Αλέξανδρος διδάχθηκε πως να πολεμάει και να ιππεύει από το Λεωνίδα από την Ήπειρο, έναν συγγενή της μητέρας του Ολυμπιάδας, όπως επίσης να αντέχει στις κακουχίες, λόγου χάρη στη γρήγορη πεζοπορία. Ο πατέρας του, ο Φίλιππος, ενδιαφερόταν για την καλλιέργεια ενός εκλεπτυσμένου μελλοντικού βασιλιά και ως εκ τούτου προσέλαβε το Λυσίμαχο από την Ακαρνανία για να διδάξει το αγόρι ανάγνωση, γραφή και να παίζει λύρα. Αυτή η διαπαιδαγώγηση θα εμφυσούσε στον Αλέξανδρο μια δια βίου αγάπη για το διάβασμα και τη μουσική. Στην ηλικία των 13 ή 14 ετών, ο Αλέξανδρος γνώρισε τον Έλληνα φιλόσοφο Αριστοτέλη (έζησε 384-322 π.Χ.), τον οποίο είχε προσλάβει ο Φίλιππος ως ιδιωτικό δάσκαλο. Θα μελετούσε με τον Αριστοτέλη μέχρι τα 16 του και λέγεται ότι οι δυο τους διατηρούσαν αλληλογραφία κατά τη διάρκεια των μετέπειτα εκστρατειών του Αλεξάνδρου, αν και τα στοιχεία επ’ αυτού είναι ατεκμηρίωτα.
Είναι γνωστός ως “Μέγας” τόσο για τη στρατηγική του μεγαλοφυία όσο και για τις διπλωματικές του ικανότητες στη διαχείριση των ποικίλων πληθυσμών που κατοικούσαν στις περιοχές που κατέκτησε. Επίσης του αναγνωρίζεται η διάδοση του Ελληνικού πολιτισμού, γλώσσας και σκέψης από την Ελλάδα μέσω της Μικράς Ασίας, της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας μέχρι την Ινδία και έτσι εγκαινιάστηκε η Ελληνιστική περίοδος (323-31 π.Χ.), στην έναρξη της οποίας τέσσερεις από τους στρατηγούς του (γνωστοί και ως Διάδοχοι), παρά τις μεταξύ τους συγκρούσεις με στόχο την επικράτηση, συνέχισαν την πολιτική της ενσωμάτωσης του Ελληνικού (Ελληνιστικού) πολιτισμού σε εκείνους της Εγγύς Ανατολής. Πέθανε από άγνωστη αιτία το 323 π.Χ., δίχως να ορίσει σαφώς ένα διάδοχο (ή, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, η επιλογή του υπέρ του Περδίκκα αγνοήθηκε) και η αυτοκρατορία που δημιούργησε μοιράστηκε μεταξύ των Διαδόχων.
Οι εκστρατείες του Αλεξάνδρου έγιναν θρυλικές μετά το θάνατό του, εμπνέοντας τις τακτικές και τις σταδιοδρομίες των μεταγενέστερων Ελλήνων και Ρωμαίων στρατηγών, όπως επίσης πολυάριθμες βιογραφίες που του απέδιδαν θεϊκό υπόβαθρο. Οι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν υιοθετήσει, γενικώς, μια πιο κριτική στάση για τη ζωή και την πορεία του σε σχέση με παλαιότερες πηγές, με ενδεικτικές περιπτώσεις τις επικρίσεις για την καταστροφή της Περσέπολης και τη συμπεριφορά του προς τους κατοίκους της Τύρου, αλλά η ευρύτερη άποψη περί της υστεροφημίας του εξακολουθεί να είναι κυρίως θετική και παραμένει μια από τις πιο δημοφιλείς και αναγνωρίσιμες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας.
Ο Αλέξανδρος πέθανε στη Βαβυλώνα σε ηλικία 32 ετών στις 10 ή στις 11 Ιουνίου του 323 π.Χ. μετά από υψηλό πυρετό δέκα ημερών. Οι θεωρίες για την αιτία του θανάτου του εκτείνονται από τη δηλητηρίαση ως την ελονοσία, τη μηνιγγίτιδα ή τη λοίμωξη από τη κατανάλωση μολυσμένου νερού, μεταξύ άλλων.
Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι 14 ημέρες πριν το θάνατό του ο Αλέξανδρος διασκέδαζε με τον ναύαρχο του στόλου του Νέαρχο και το φίλο του Μήδιο από τη Λάρισα, με μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ, έπειτα από την οποία ανέβασε τον πυρετό από τον οποίο δεν συνήλθε ποτέ. Όταν ρωτήθηκε ποιος θα έπρεπε να τον διαδεχθεί, ο Αλέξανδρος αποκρίθηκε «ο ισχυρότερος», απάντηση που οδήγησε την αυτοκρατορία του στη διαίρεση ανάμεσα σε τέσσερεις στρατηγούς του: τον Κάσσανδρο, τον Πτολεμαίο, τον Αντίγονο και τον Σέλευκο (γνωστοί και ως Διάδοχοι).
Μπρούντζινη Κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου
Mark Cartwright (CC BY-NC-SA)
Πηγή φωτογραφίας
Χάρτης των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου
US Military Academy (Public Domain)
Πηγή φωτογραφίας


