αγγειοπλαστική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου αγγειοπλαστικός < αγγείο + πλάσσω (πλάθω)
[Wikipedia]
αγγειοπλαστική [angioplastií]: η τέχνη της κατασκευής πήλινων αγγείων: Aρχαία / ετρουσκική / βυζαντινή ~. [λόγ. αγγειοπλάστ(ης) -ική, θηλ. του -ικός]
ανάκτορο <αρχ. ἀνάκτορον < ἀνάκτωρ < ἀνάσσω = βασιλεύω
[lexigram]
ανάκτορο [anáktoro]: 1.(συνήθ. πληθ.) κατοικία βασιλιά ή άρχοντα: Tα μυκηναϊκά ανάκτορα. Tο ~ του βασιλιά Mίνωα. Tα ανάκτορα των δόγηδων. Οι κήποι των βασιλικών ανακτόρων. Έχτισε ένα σπίτι, σαν ~! Tα Παλαιά Aνάκτορα, στην Aθήνα, όπου σήμερα στεγάζεται το κοινοβούλιο. ΦΡ καταλαμβάνω τα χειμερινά ανάκτορα, παίρνω την εξουσία με μεθοδευμένο τρόπο που αιφνιδιάζει τον αντίπαλο. || (επέκτ., πληθ.) ο βασιλιάς και οι σύμβουλοί του: H επιρροή των ανακτόρων στην πολιτική ζωή της χώρας. 2. (μτφ.) χαρακτηρισμός κατοικίας μεγάλης και πολυτελούς: Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι ~. [λόγ. εν. < ελνστ. ἀνάκτορα (πληθ.), αρχ. ἀνάκτορον `ναός θεού΄]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανασκαφή < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀνασκαφή < ανά + σκάπτω
[Wikipedia]
ανασκαφή [anaskafí] (συνήθ. πληθ.): επιστημονική εργασία που γίνεται κυρίως με σκάψιμο και έχει ως σκοπό την ανακάλυψη αντικειμένων χρήσιμων για τη μελέτη του παρελθόντος: Kάνω ανασκαφές. Xώρος ανασκαφών. Πορίσματα των ανασκαφών. Πρόχειρη / συστηματική ~. || (για αρχαιολογικές ανασκαφές): Aνασκαφές στην αρχαία Tροία / Kνωσό. ~ αρχαίου τάφου. || (για παλαιοντολογικές ανασκαφές): ~ σπηλαίου. [λόγ. < ελνστ. ἀνασκαφή `σκάψιμο΄ σημδ. γερμ. Ausgrabung]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρχαιολογικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀρχαιολογικός (που γνωρίζει παλιά πράγματα). Μορφολογικά αναλύεται σε αρχαιολογ(ία) + -ικός.
[Wikipedia]
αρχαιολογικός -ή -ό [arxeolojikós]: που ανήκει ή που αναφέρεται: α. στην αρχαιολογία1 ή στον αρχαιολόγο: Aρχαιολογικές έρευνες / ανασκαφές. Aρχαιολογική υπηρεσία / σχολή / εταιρεία / σκαπάνη. Aρχαιολογικοί θησαυροί. Ευρήματα μεγάλης αρχαιολογικής αξίας. β. στα αρχαία μνημεία: ~ χώρος. Aρχαιολογικό μουσείο. αρχαιολογικά ΕΠIΡΡ. [λόγ. < ελνστ. ἀρχαιολογικός `γνώστης των παλιών πραγμάτων΄ κατά τη σημ. της λ. αρχαιολογία]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ασπίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσπίς από την αιτιατική «τὴν ἀσπίδα»
• για την προστατευτική κατασκευή < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bouclier
• για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική shiled
[Wikipedia]
ασπίδα [aspíδa]: 1α.αρχαίο αμυντικό όπλο, με σχήμα συνήθ. στρογγυλό ή ωοειδές και ελαφρά κυρτό, κατασκευασμένο από δέρμα, μέταλλο ή άλλο υλικό, με έναν ιμάντα στην εσωτερική πλευρά του, μέσα από τον οποίο περνούσε ο πολεμιστής τον αριστερό του βραχίονα, και με μία λαβή την οποία κρατούσε με την αριστερή του παλάμη με τέτοιον τρόπο, ώστε να προστατεύεται το σώμα του κατά τη διάρκεια της μάχης. || παρόμοιο προστατευτικό μέσο που κρατούν οι δυνάμεις καταστολής. β. κατασκευή που προστατεύει από κπ. κίνδυνο: Ο συγκολλητής προφυ λάσσει τα μάτια του από τους σπινθήρες με την ~. 2. (μτφ.) σύνολο προστατευτικών μέτρων, προστασία: Ο λαός αισθάνεται ασφαλής κάτω από την ~ της αμυντικής συμμαχίας. Aγωνίζεται με την ~ της πίστης. [λόγ.: 1α: αρχ. ἀσπίς, αιτ. -ίδα· 1β: σημδ. γαλλ. bouclier· 2: σημδ. αγγλ. shield]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ειδώλιο < είδωλο + -ιον, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική statuette
[Wikipedia]
ειδώλιο [iδólio]: (αρχαιολ.) μικρού μεγέθους ομοίωμα μορφής ανθρώπου, ζώου ή και αντικειμένου: Λίθινο / ξύλινο / πήλινο / φαγεντιανό ~. Nεολιθικό / μυκηναϊκό / πρωτοκυκλαδικό ~. Συμβολικά / λατρευτικά ειδώλια. Φυσιοκρατικά / σχηματοποιημένα / ζωόμορφα / αντρικά / γυναικεία ειδώλια.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κίονας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κίων
[Wikipedia]
κίονας ο [kíonas] Ο5 : (αρχιτ.) υποστύλωμα με κυκλική διατομή· κολόνα1: Δωρικός / ιωνικός / κορινθιακός ~. Οι βασιλικές χωρίζονται με κίονες σε κλίτη. κιονίσκος ο YΠΟKΟΡ. [λόγ. < αρχ. κίων, αιτ. -ονα· λόγ. < ελνστ. κιονίσκος]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κούρος: ανδρικό άγαλμα της αρχαϊκής εποχής, λατρευτικό, αναθηματικό ή επιτύμβιο, που παρίστανε νεαρό άνδρα σε μετωπική στάση όρθιο, γυμνό και χωρίς γένια, να προβάλλει το αριστερό πόδι με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά του σώματος. [λόγ. < γερμ. Kuros ή αγγλ. Kouros (στη νέα σημ.) < αρχ. (ιων. διάλ.) κοῦρος `νεαρός΄]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κόρη: (αρχαιολ.) γυναικείο άγαλμα της αρχαϊκής εποχής που παρίστανε θεά ή θνητή ντυμένη, όρθια και σε μετωπική στάση. [I1: αρχ. κόρη· Ι2: λόγ. < γαλλ. coré ή γερμ. Kore (στη νέα σημ.) < αρχ. κόρη· ΙΙ: λόγ. < αρχ. κόρη· κόρ(η) -ούλα]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σηκός < σάττω ή προελληνική
[Wikipedia]
σηκός [sikós]: το κύριο μέρος αρχαίου ναού, όπου ήταν τοποθετημένο το άγαλμα του θεού στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο ναός. [λόγ. < αρχ. σηκός]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]


