Ιστορία
Η ιστορία του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης (ΑΜΘ) παρακολουθεί τη διαδρομή της νεότερης ιστορίας της πόλης. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων «παρά τη Γενική Διοικήσει Μακεδονίας» ήταν η πρώτη υπηρεσία που ιδρύθηκε, τον Νοέμβριο του 1912, δεκαπέντε μόλις μέρες μετά την υπογραφή παράδοσης της πόλης στο Ελληνικό Κράτος.
Μέχρι το 1925 τόπος συγκέντρωσης των αρχαιοτήτων της Μακεδονίας ήταν το Διοικητήριο (το σημερινό κτίριο του Υπουργείου Μακεδονίας και Θράκης), καθώς και η Οθωμανική Σχολή Ιδαδιέ, το κτίριο που στέγασε τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, συγκεντρώνονται αρχαιότητες από τον γαλλικό στρατό της Ανατολής (Armée Françcaise d’ Orient) αρχικά στο Καραμπουρνάκι και στη συνέχεια στη Ροτόντα, ενώ τα ευρήματα από τις έρευνες των Άγγλων συγκεντρώνονται στον Λευκό Πύργο.
Το 1925 παραχωρείται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία το Γενή Τζαμί, «το νεότερο τζαμί», τζαμί των Ντονμέδων (εξισλαμισμένων Εβραίων), της άλλοτε τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης. Το Γενί Τζαμί θα αποτελέσει το πρώτο μουσείο της πόλης, όπως το δηλώνει και η επιγραφή που έχει απομείνει στην προμετωπίδα του. Το 1940 πολλές αρχαιότητες, κυρίως γλυπτά, θάφτηκαν σε ορύγματα προκειμένου να διασωθούν από τη λαίλαπα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι αρχαιότητες ξεθάφτηκαν το 1951 και για πρώτη φορά εκτέθηκαν στην κεντρική αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου (Γενί Τζαμί), το 1953.
Το 1950 παραχωρήθηκε ένα μεγάλο οικόπεδο σε κεντρικό σημείο της Θεσσαλονίκης, στην Πλατεία Χ.Α.Ν.Θ. σε άμεση γειτνίαση με τη μεγάλη έκταση όπου οργανωνόταν η Διεθνής Έκθεση. Ο σχεδιασμός του νέου μουσείου ανατέθηκε στον επιφανή Έλληνα αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό, σημαντικό εκπρόσωπο του μοντερνισμού στην Ελλάδα.
Το νέο μουσείο εγκαινιάστηκε το 1962 με κάθε επισημότητα, μαζί με τις γιορτές για την επέτειο των πενήντα χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, με έκθεση των εντυπωσιακών ευρημάτων των τάφων του Δερβενίου που είχαν αποκαλυφθεί την ίδια χρονιά. Στη συνέχεια οργανώθηκε έκθεση γλυπτικής, από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους, από τον ομότιμο καθηγητή Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργο Δεσπίνη.
Τα λαμπρά ευρήματα του καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικου από την ανασκαφή των βασιλικών τάφων των Αιγών στη Βεργίνα, τα οποία μεταφέρθηκαν για φύλαξη και συντήρηση στο μουσείο αμέσως μετά την ανεύρεσή τους, επέβαλλαν την οργάνωση νέου τρόπου έκθεσης και κατέδειξαν την ανάγκη μιας κτιριακής επέκτασης. Το 1982 οργανώθηκε μια νέα έκθεση, αυτής των ταφικών ανασκαφικών συνόλων από τη Σίνδο. Η ανασκαφή και η έκθεση πραγματοποιήθηκαν με την εποπτεία και επιμέλεια της εφόρου αρχαιοτήτων Αικατερίνης Δεσποίνη. Το 1985, επετειακό έτος για τα 2.300 χρόνια από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης από τον Κάσσανδρο το 315 π.Χ., οργανώθηκε η πρώτη μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στην ιστορία και αρχαιολογία της πόλης, με την επιμέλεια της τότε διευθύντριας του Μουσείου Ιουλίας Βοκοτοπούλου.
Το 1996 έγινε η πρώτη εκτεταμένη έκθεση για την προϊστορική Μακεδονία στον ημιυπόγειο χώρο κάτω από την έκθεση της Βεργίνας, στο καινούργιο κτίριο του Α. Βογιατζή του 1980, με εποπτεία του τότε διευθυντή του Μουσείου Δημήτρη Γραμμένου και επιμέλεια της αρχαιολόγου Μαρίας Παππά. Το 1998, μετά από τη μεταφορά των ευρημάτων των Αιγών από το Μουσείο Θεσσαλονίκης στη Βεργίνα και την έκθεσή τους στο μουσειακό οικοδόμημα που ανέπλαθε τον μεγάλο ταφικό τύμβο των βασιλικών τάφων, οργανώθηκε στο Μουσείο έκθεση με θέμα ο «Χρυσός των Μακεδόνων», υπό την εποπτεία του τότε διευθυντού Δημήτρη Γραμμένου και επιμέλεια των αρχαιολόγων Μπετίνας Τσιγαρίδα και Δέσποινας Ιγνατιάδου, προκειμένου να καλυφτεί το «κενό» που άφησε στη συνείδηση του κοινού η έλλειψη των εντυπωσιακών βασιλικών κτερισμάτων.
Το 2001 με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα [Π.Δ. 401/2001, ΦΕΚ 286/Α’/20.12.2001] το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης γίνεται ανεξάρτητη περιφερειακή μονάδα του Υπουργείου Πολιτισμού. Η επιτακτική ανάγκη ανακαίνισης του κτιρίοου του Καραντινού και του Βογιατζή και οι σύγχρονες μουσειολογικές επιταγές, οδήγησαν στην απόφαση μιας ριζικής μετασκευής του Μουσείου στην αυγή του 21ου αιώνα που πραγματοποιήθηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Νίκου Φυντικάκη.
Μετά από μία μακρά περίοδο εργασιών απαραίτητων για την αναδιοργάνωση των χώρων έκθεσης, αποθήκευσης, συντήρησης και διοίκησης, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης άνοιξε τις πύλες του στο κοινό τον Σεπτέμβριο του 2006. Στο διάστημα που προηγήθηκε, εκτός από την κτιριακή επέκταση ολοκληρώθηκε και το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο μέρος της προσπάθειάς μας: σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε η επανέκθεση των συλλογών του Μουσείου με τρόπο που να καλύπτει τις ανάγκες του σύγχρονου επισκέπτη.
Το ανακαινισμένο πλέον Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης λειτουργεί από το 2006 με πέντε νέες θεματικές εκθέσεις, που πραγματοποιήθηκαν υπό την εποπτεία του Δ. Γραμμένου και μεγάλου επιτελείου πολλών ειδικοτήτων. Η έκθεση, απολύτως ανθρωποκεντρική, έχει έντονο διδακτικό χαρακτήρα, εστιάζοντας πάντα στον άνθρωπο, τόσο ως δημιουργό των τεχνουργημάτων, όσο και ως σύγχρονο θεατή-επισκέπτη. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης είναι ένας χώρος πολιτισμού και μάθησης, ανοιχτός σε όλους.
Κτίριο
Ο σχεδιασμός του κτιρίου έγινε από τον επιφανή Έλληνα αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό, σημαντικό εκπρόσωπο του μοντέρνου κινήματος της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. H ανέγερση του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης ξεκίνησε το 1960 σε οικόπεδο 17 στρεμμάτων σε κεντρικό σημείο της Θεσσαλονίκης, στην Πλατεία Χ.Α.Ν.Θ., σε άμεση γειτνίαση με το χώρο της Διεθνούς Έκθεσης.
Η κατασκευή του μουσείου και η διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου ολοκληρώθηκε το 1962, οπότε και ξεκίνησε η λειτουργία του. Αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα του μοντερνισμού στην Ελλάδα και το σημαντικότερο μεταπολεμικό έργο του Καραντινού. Ο χαρακτήρας του κτιρίου, η διάταξη των όγκων, οι αναλογίες και οι κτιριολογικές απαιτήσεις του, αποτυπώνονται στη σχεδιαστική προσέγγιση του Καραντινού, που διαχωρίζει σαφώς τους υπηρεσιακούς από τους εκθεσιακούς χώρους. Η γενική διάταξη είναι ορθογώνιας κάτοψης με δύο αίθρια. Το κτίριο χαρακτηρίζεται από έντονη οριζοντιότητα, είναι λιτό, απλό και λειτουργικό, εμπνευσμένο από την αρχιτεκτονική οργάνωση της αρχαιοελληνικής κατοικίας στην οποία οι χώροι οργανώνονταν γύρω από ένα εσωτερικό αίθριο. Έτσι, όλες οι αίθουσές του σχεδιάστηκαν ώστε να ανοίγονται στο κεντρικό εσωτερικό αίθριο για να εισέρχεται από τα υαλοστάσια άπλετο φυσικό φως στις εκτιθέμενες αρχαιότητες, ενώ εξωτερικά η είσοδος του φυσικού φωτός επιτυγχανόταν μέσω τοιχοποιιών με υαλότουβλα και φεγγίτες. Στις όψεις του μουσείου εκτός από την ευρεία χρήση της τοιχοποιίας από υαλότουβλα, εισάγεται για πρώτη φορά στην αρχιτεκτονική του Καραντινού, το στοιχείο της εμφανούς λιθοδομής στη βάση του κτιρίου.
Το 1980 έγινε επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων με προσθήκη ενός διώροφου κτιρίου στη νοτιοανατολική ζώνη του περιβάλλοντα χώρου του μουσείου, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Βογιατζή. Το 2002 το κτίριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης με τον περιβάλλοντα χώρο του χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και έργο τέχνης, διότι αποτελεί σημαντικό δείγμα της αρχιτεκτονικής των δημόσιων κτιρίων της πόλης κατά την περίοδο του β’ μισού του 20ου αιώνα.
Η ανάγκη ανακαίνισης του μουσείου και οι σύγχρονες μουσειολογικές επιταγές, οδήγησαν στην απόφαση ενός ριζικού εκσυγχρονισμού – επισκευής – επέκτασης του μουσείου κατά τα έτη 2001-2006 με χρηματοδότηση από το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Την αρχιτεκτονική μελέτη του εκσυγχρονισμού ανέλαβε η ομάδα των αρχιτεκτόνων Νίκου Φιντικάκης και Γιώργου Αλμπάνη. Το κέλυφος του κτιρίου παρέμεινε ανέπαφο, ενώ οι εσωτερικοί χώροι επανασχεδιάστηκαν. Το επίπεδο του κεντρικού εσωτερικού αιθρίου υποβαθμίστηκε με τη δημιουργία νέου χώρου (σημερινή αίθουσα Ι. Βοκοτοπούλου) με στέγαση από γυάλινο χωροδικτύωμα. Το κτιριακό συγκρότημα επεκτάθηκε υπόγεια για την τοποθέτηση σύγχρονων τεχνολογικά ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων. Το ανακαινισμένο κτίριο, με πλήρη συστήματα ειδικών συνθηκών κλιματισμού και διατήρησης σταθερής θερμοκρασίας στις εκθέσεις, στις αποθήκες αλλά και στα εκσυγχρονισμένα εργαστήρια καθώς και το ανανεωμένο εκθεσιακό πρόγραμμα, κατέστησαν το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης ένα από τα πλέον σύγχρονα και εξοπλισμένα μουσεία του ελληνικού χώρου. Επίσης, εκτός των συστημάτων κλιματισμού, διαθέτει εσωτερικό δίκτυο υπολογιστών και φωνής, δίκτυα αερίων για χρήση στα εργαστήρια συντήρησης καθώς και εκτεταμένα συστήματα πυροπροστασίας και πυρασφάλειας, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι για ανθρώπους και εκθέματα.
Το 2009 ολοκληρώθηκε η διαμόρφωση της ανατολικής ζώνης του περιβάλλοντα χώρου με την υλοποίηση της υπαίθριας αρχαιολογικής έκθεσης «Αγρός – Οικία – Κήπος – Τόπος» και το αντίστοιχο τμήμα περίφραξής της. Τέλος, το 2014 ολοκληρώθηκε η διαμόρφωση τμήματος της δυτικής ζώνης του περιβάλλοντα χώρου με την κατασκευή υπόσκαφης αποθήκης, την υλοποίηση της υπαίθριας αρχαιολογικής έκθεσης «Μνήμη και Λίθοι» και χώρου εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ενταγμένα στο ΕΣΠΑ 2007 – 2013.
Δημοφιλή εκθέματα
Οι Συλλογές του Μουσείου περιλαμβάνουν πολυάριθμα αντικείμενα που χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Προέρχονται από ανασκαφές που διενεργήθηκαν σε όλη τη Μακεδονία από το 1912, καθώς και από περισυλλογές και παραδόσεις.
– Κρατήρας του Δερβενίου
– Ο πάπυρος του Δερβενίου, Το αρχαιότερο «βιβλίο» της Ευρώπης
– Νεολιθικά ειδώλια
– Ανδριάντας του Οκταβιανού Αύγουστου
– Κεφάλι νέου στον τύπο του Μεγάλου Αλεξάνδρου

