Αράπηδες Μοναστηρακίου (Δράμα)

Περιγραφή
Το Μοναστηράκι βρίσκεται σε απόσταση 5 χιλιομέτρων βόρεια της Δράμας. Αριθμεί 750 κατοίκους, πολλοί από τους οποίους εργάζονται στην εξόρυξη και κατεργασία των μαρμάρων της περιοχής.
Παρά την άμεση γειτνίασή του με την πόλη της Δράμας και τον σύγχρονο αστικό τρόπο ζωής το Μοναστηράκι δείχνει αξιέπαινο σεβασμό στην τοπική πολιτισμική παράδοση.
Κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός για το Μοναστηράκι είναι οι Αράπηδες, ένα έθιμο με τη μορφή δρωμένου, που τελείται την ημέρα των Θεοφανείων, με σκοπό «το καλό και τη σοδειά».
Οι κάτοικοι του Μοναστηρακίου κάθε χρόνο στις Έξι του Γενάρη συνεχίζουν το έθιμό τους, που οι ρίζες του μπορεί και να χάνονται στα βάθη των αιώνων.
Προάγγελος της τέλεσης του δρωμένου είναι μια ομάδα μικρών αγοριών, που μετά τη δύση του ήλιου της παραμονής τριγυρίζουν τους δρόμους του χωριού χτυπώντας τα κουδούνια.
Την παραμονή το βράδυ πραγματοποιούνται διεργασίες προετοιμασίας και μύησης της «τσέτας» στο Πολιτιστικό Εργαστήρι Αράπηδων – Μάσκας και Κουδουνού και ταυτόχρονα γλέντι με τους τοπικούς μουσικούς ρυθμούς, τραγούδια, και χορούς, που συνοδεύονται με φαγητά και ποτά.
Η «τσέτα», η ομάδα των μεταμφιεσμένων, συγκροτείται αποκλειστικά από άνδρες, νέα παιδιά του χωριού ηλικίας 14 έως 40 χρόνων.
Πρωί – πρωί, ανήμερα των Θεοφανείων, η «τσέτα» μαζί με τους οργανοπαίκτες ξεκινά και επισκέπτεται με τη σειρά όλα τα σπίτια του χωριού και το νεκροταφείο.
Οι αρχηγοί της, οι «τσέτα – μπασήδες», καθοδηγούν και συντονίζουν τους μεταμφιεσμένους, μέλη της «τσέτας».
Οι «Αράπηδες» φορούν στο πρόσωπο οξυκόρυφες μάσκες από γιδοπροβιές και έχουν καλυμμένο το σώμα με ποιμενικές κάπες.
Στη μέση τους έχουν δεμένα τρία μεγάλα κουδούνια (χυτά) ή «μπατάλια» (σφυρήλατα), που αποβραδίς χωριανοί έχουν ταιριάξει αρμονικά τους ήχους τους.
Στο ένα χέρι κρατούν απειλητικά ξύλινο σπαθί, ενώ στο άλλο σακουλάκι με στάχτες και μ’ αυτά τα «όπλα» οι Αράπηδες ανοίγουν το δρόμο για τα υπόλοιπα μέλη της «τσέτας», καθώς επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε όλη τη διάρκεια των αγερμών και στον τρανό χορό της πλατείας του χωριού.
Η παρουσία των λαϊκών μουσικών οργάνων [της τρίχορδης αχλαδόσχημης μακεδονικής λύρας («κεμενέ») και του «νταϊρέ» (τυμπάνου)] που συνοδεύουν αδιάλειπτα την «τσέτα», αλλά και η χρήση των κουδουνιών των Αράπηδων – ήχοι μελωδικοί και εκκωφαντικοί συγχρόνως, δημιουργούν μια πανηγυρική και εύθυμη ατμόσφαιρα σε όλο το χωριό.
Ανάμεσα στους «Αράπηδες» πηδούν και χορεύουν οι «Γκιλίγκες» και οι «Παππούδες».
Οι «Γκιλίγκες» αποτελούν τη μοναδική «γυναικεία» παρουσία στη «τσέτα», έστω κι αν εκπροσωπείται από μεταμφιεσμένα νεαρά αγόρια που φορούν τις παραδοσιακές, τοπικές γυναικείες φορεσιές και που επωμίζονται την ευθύνη της τάξης και του εθιμικού τυπικού του χορού.
Στον τρανό χορό της πλατείας, οι «Γκιλίγκες» παίζουν το ρόλο του τοποτηρητή αφού φροντίζουν να υπάρχει ένας και μοναδικός κύκλος.
Οι «Παππούδες» φορούν την παλιά γιορτινή τοπική αντρική φορεσιά και εντάχθηκαν σχετικά πρόσφατα στο έθιμο για να θυμίζουν τους παλαιότερους κατοίκους και τις αμφιέσεις τους.
Εκείνοι που ξεχωρίζουν ανάμεσα στα μέλη της «τσέτας» είναι οι «Τσολιάδες» ή «Εύζωνοι», που φορούν μαύρη μαντίλα στο κεφάλι και «τσέβρες» στην ωμοπλάτη τους, κρατούν δε στο χέρι τους χάντρινο «κορδόνι» και χορεύουν στροβιλίζοντας τη φουστανέλα τους μπροστά στον πρωτοχορευτή του κύκλου.
Μέχρι το μεσημέρι η «τσέτα» έχει μεταδώσει την ευθυμία, τη χαρά και το «κέφι» της σε κάθε σπίτι μέσω των ευχών και των χορών και έχει προετοιμάσει όλους τους συγχωριανούς κατάλληλα για τον μεγάλο χορό, που θα στηθεί νωρίς το απόγευμα στην πλατεία του χωριού.
Γύρω στις τρεις ο κόσμος έχει ήδη συγκεντρωθεί στην πλατεία και περιμένει την «τσέτα» και τους οργανοπαίκτες για να ξεκινήσει ο χορός. Σε λίγο ακούγεται ο ήχος των κουδουνιών και οι Αράπηδες πραγματοποιούν εντυπωσιακή είσοδο στην πλατεία, κραδαίνοντας τα μεγάλα ξύλινα σπαθιά τους και σκορπίζοντας στάχτες δεξιά και αριστερά. Με τον τρόπο αυτόν οι Αράπηδες «καταλαμβάνουν» την πλατεία και υποδέχονται τα υπόλοιπα μέλη της «τσέτας», με πρώτους τους Τσολιάδες στο δικό τους ξεχωριστό χορευτικό μοτίβο και ακολουθούν χορεύοντας οι «Παππούδες» και οι «Γκιλίγκες» με τους ήχους της λύρας και του νταϊρέ. Σ’ ολόκληρη την πλατεία κυριαρχεί πια η «τσέτα». Κανείς δεν τολμά να διεισδύσει σ’ αυτήν.
Κόσμος πολύς, όχι μόνο από το χωριό αλλά και από τις γύρω περιοχές, συνωστίζεται στις άκρες της πλατείας, παρακολουθώντας τους Τσολιάδες να χορεύουν και τους Αράπηδες να περιφέρονται στο κέντρο της πλατείας, αλλά και στις άκρες του ενιαίου κυκλικού χορού, καθώς γι’ αυτό φροντίζουν οι «Γκιλίγκες» και οι «Παππούδες», χωρίς να επιτρέπουν σε κανένα να καταλάβει το χώρο.
Σε λίγο στήνεται τρανός κοινοτικός χορός, με πρώτους τους ηλικιωμένους του χωριού, μετά ακολουθούν οι νεότεροι και μετά οι ηλικιωμένες γυναίκες, οι νεότερες και στη συνέχεια τα παιδιά. Ο κύκλος πρέπει να είναι ένας και μοναδικός από την έναρξη μέχρι το τέλος της γιορτής. Άλλος κύκλος δεν επιτρέπεται να σχηματιστεί.
Όταν έχει πια σχηματιστεί ο επιβλητικός κύκλος του χορού κάνει την εμφάνισή της μια «Αρκούδα» με τον «Αρκουδιάρη» μέσα στον κύκλο, σκορπώντας τρόμο αλλά και γέλωτα, που γι’ αυτό φροντίζει ο Αρκουδιάρης με τα διάφορα παραγγέλματά του. Την «Αρκούδα» προσπαθεί να αποβάλει ένας Αράπης αλλά μόνος του δεν μπορεί, έτσι δύο ή και περισσότεροι την «διώχνουν» έξω από τον κύκλο.
Επίσης, λίγο αργότερα, ενώ ο χορός συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό και ένταση, δύο Αράπηδες απάγουν μια «Γκιλίγκα» έξω από το χορό και ενώ προσπαθούν να απομακρυνθούν, δύο Τσολιάδες την απελευθερώνουν και την τοποθετούν πρώτη στο χορό τιμητικά.
Ενώ ο χορός συνεχίζεται, οι Αράπηδες είναι αναστατωμένοι στο κέντρο του κύκλου και «στήνουν» μεταξύ δύο την πάλη. Έπειτα από τις συνεχείς συγκρούσεις τους ο ένας πέφτει «νεκρός» και έτσι όλοι συγκεντρώνονται γύρω του και με τη δύναμη των ήχων των κουδουνιών τους, όσο πιο θορυβωδώς γίνεται, αυτός «ανασταίνεται».
Όταν πλησιάζει ο ήλιος να βασιλέψει γίνεται το εικονικό όργωμα με μιμητική σπορά. Το μακρύ ξύλινο αλέτρι το σέρνουν δύο Αράπηδες με ζευγολάτη έναν Τσολιά και σπορέα κάποιον παλιό γεωργό.
Τελειώνοντας, νύχτα πια, ο χορός αρχίζει να μικραίνει. Η «τσέτα» έχει επιτελέσει το καθήκον της και είναι έτοιμη για αποχώρηση.
«Και του χρόνου με υγεία καλύτερα» εύχονται συγκινημένοι και ανακουφισμένοι όλοι!
Το έθιμο λήγει τυπικά στις 18 Ιανουαρίου, του Αγίου Αθανασίου, «με το τελευταίο κτύπημα του νταϊρέ», όπως λέγεται.
Την ευθύνη της όλης διοργάνωσης των Αράπηδων έχει από το 1977 ο Μορφωτικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Μοναστηρακίου με τη συναίνεση όλης της Κοινότητας από τότε.
Το στοιχείο εγγράφηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2021.

Κοινοποιήστε το άρθρο!