Το Μελεκούνι είναι παραδοσιακό γλύκισμα της Ρόδου που παρασκευάζεται κυρίως στο χωριό Κοσκινού και δευτερευόντως σε άλλα χωριά του νησιού. Η διαδικασία παρασκευής του παραμένει αναλλοίωτη εκατοντάδες χρόνια. Παρασκευάζεται από σουσάμι, μέλι, αμύγδαλα, ξυσμένες φλούδες εσπεριδοειδών και μπαχαρικά. Έχει μαλακή, εύκαμπτη υφή, χρυσοκίτρινο χρώμα και είναι το κατεξοχήν κέρασμα σε γάμους, βαφτίσια και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις του χωριού.
Πιο συγκεκριμένα, η ονομασία προέρχεται από τα συνθετικά των λέξεων μέλι (μελε) και κουννί (κούνα-νες), που είναι ο σπόρος στη ροδίτικη διάλεκτο. Το παρασκευάζουν οι γυναίκες του χωριού μαζί με τα κορίτσια, καθοδηγούμενες από την πιο έμπειρη, τη “μαστόρισσα”.
Η παρασκευή του γίνεται ως εξής: ξύνονται οι φλούδες των πορτοκαλιών, καβουρδίζονται ολόκληρα τα αμύγδαλα και πλένεται το σουσάμι. Στη συνέχεια καβουρδίζεται σιγά σιγά το σουσάμι σε χαμηλή φωτιά, ενώ παράλληλα ζεσταίνεται το μέλι. Κατόπιν το σουσάμι και το μέλι αδειάζονται σε μια ξύλινη σκάφη και προσθέτονται τα μπαχαρικά (κανέλα, μοσχοκάρυδο, γαρύφαλλο, κόλιανδρο), καθώς και το ξύσμα των εσπεριδοειδών (πορτοκάλια, περγαμόντο, νεράντζι).
Τα παραπάνω υλικά ανακατεύονται με ξύλινη κουτάλα πολύ καλά, ώστε να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Το μείγμα απλώνεται σε ξύλινες τάβλες για να κρυώσει και στη συνέχεια κόβεται σε ρόμβους με τη βοήθεια ενός μεγάλου ξύλου (χάρακα). Σερβίρεται πάνω σε φύλλα λεμονιάς ή τυλίγεται σε σελοφάν και σε ειδικό χαρτί (λαδόκολλα).
Το Μελεκούνι «παίζει» τον ρόλο του προσκλητηρίου για τους γάμους που γίνονται στο χωριό, είναι το κέρασμα μετά το μυστήριο της βάπτισης, αλλά και το κέρασμα στις ονομαστικές εορτές.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένη χρονική περίοδος για την παρασκευή του. Παρασκευάζεται συνέχεια, όταν υπάρχουν οι αναφερόμενες κοινωνικές εκδηλώσεις.
Το έδεσμα πλέον παρασκευάζεται και από διάφορα εργαστήρια ζαχαροπλαστικής της Ρόδου, καθώς και από την εταιρεία “Μελισσοκομική Δωδεκανήσου”, η οποία το έχει διαθέσει εμπορικά πια και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Μοιάζει με το παστέλι, αλλά δεν είναι το ίδιο. Διαφέρει στο καβούρδισμα του σουσαμιού, στο ξύσμα του πορτοκαλιού, στα αρωματικά στοιχεία που περιέχει (κανέλλα, μοσχοκάρυδο, γαρύφαλλο, κόλιανδρο) και στην αποκλειστική χρήση του μελιού και όχι άλλων πρόσθετων γλυκαντικών (ζάχαρη, μελάσα κ.λπ.). Γι΄ αυτό και είναι τόσο μαλακό, όταν τρώγεται.
Ποιοτικά χαρακτηριστικά του Μελεκουνιού:
• Μαλακή και εύκαμπτη υφή, χωρίς να σπάει.
• Μαστιχωτή, μη κολλώδης και συμπαγής δομή
• Γεύση που χαρακτηρίζεται από το μέλι, το αναποφλοίωτο ψημένο σουσάμι, τα ψημένα αμύγδαλα και το ιδιαίτερο άρωμα των χρησιμοποιούμενων εσπεριδοειδών (πορτοκαλιών) και μπαχαρικών.
• Ρομβοειδές σχήμα
Προκειμένου να διασφαλίζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Μελεκουνιού, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα συστατικά στις αντίστοιχες αναλογίες:
• Μέλι σε κατά βάρος αναλογία 40% κατ΄ ελάχιστο (min)
• Σουσάμι σε κατά βάρος αναλογία 40% κατ΄ ελάχιστο (min)
• Αμύγδαλο σε κατά βάρος αναλογία 1,5-10%
• Μπαχαρικά (κανέλλα, μοσχοκάρυδο,γαρύφαλλο, κόλιανδρο)
• Ξύσμα ή χυμός εσπεριδοειδών (πορτοκάλι, περγαμόντο, νεράντζι)
Το σουσάμι απαιτείται να είναι αναποφλοίωτο και ψημένο, καθώς και τα αμύγδαλα. Τα χρησιμοποιούμενα μπαχαρικά πρέπει να βρίσκονται σε αρμονική ισορροπία με το σύνολο και να μην επικρατεί ιδιαίτερα κάποιο άρωμα του τελικού προϊόντος.
Ο χώρος, στον οποίο παρασκευάζεται το Μελεκούνι, είναι κυρίως το σπίτι της νύφης, όταν πρόκειται για γάμο ή αρραβώνα. Για τις υπόλοιπες εκδηλώσεις (βάπτιση, εορτές), το Μελεκούνι παρασκευάζεται στο σπίτι του νεοφώτιστου παιδιού ή του εορτάζοντα. Επίσης παρασκευάζεται σε εργαστήρια παραδοσιακής ζαχαροπλαστικής.
Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιείται για την παρασκευή του είναι οικιακός, δηλαδή η σκάφη μέσα στην οποία ανακατεύεται το μείγμα, η ξύλινη τάβλα (το σινί) που τοποθετείται το μείγμα για να κρυώσει, οι ξύλινες κουτάλες για το ανακάτεμα του μείγματος και ο πλάστης για το πλάσιμο του μείγματος. Στα εργαστήρια ζαχαροπλαστικής χρησιμοποιείται ο αντίστοιχος επαγγελματικός εξοπλισμός.
Το στοιχείο εγγράφηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2021


