Τα Σάγια στη Νέα Καρβάλη (Καβάλα)

Περιγραφή
Κάθε 5 Ιανουαρίου στη Νέα Καρβάλη Καβάλας αναβιώνει το δρώμενο Σάγια. Οι νέοι του οικισμού μεταμφιέζονται σε κερασφόρα όντα με μάσκες και κουδούνια (Σάγια), ξεχύνονται στους δρόμους, περιφέρουν την Καμήλα, καλαντίζουν και πειράζουν τους περαστικούς και τις νοικοκυρές. Καταλήγουν στην πλατεία του χωριού όπου ανάβουν μεγάλη φωτιά, πηδούν από πάνω, χορεύουν και γλεντούν.
Ειδικότερα, Κάθε χρόνο, στις 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Θεοφανείων στη Νέα Καρβάλη Καβάλας, προσφυγικό οικισμό που ιδρύθηκε το 1925 από Καππαδόκες πρόσφυγες από την Καρβάλη (Γκέλβερι) της Μικράς Ασίας, από τις πέντε η ώρα το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ, επιτελείται ένα πατροπαράδοτο δρώμενο που είναι από παλιά γνωστό ως Σάγια. Σύμφωνα με τοπικές μαρτυρίες και τη ζώσα εν γένει καππαδοκική παράδοση, επιτελούνταν στις παλιές πατρίδες στην Καππαδοκία την παραμονή των Φώτων με πάνδημη συμμετοχή.
Μετά το μεσημέρι, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, μαζεύονται στην αίθουσα του Ιστορικού και Εθνολογικού Μουσείου της Καππαδοκίας, όπου είναι η έδρα της Στέγης Πολιτισμού Νέας Καρβάλης και του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών.
Τα μικρά παιδιά ντύνονται Σάγια. Φορούν μια κιλότα όπου βυθίζονται μέχρι τον λαιμό και στο κεφάλι φορούν μάσκα πάνινη, βαμμένη με κόκκινη και μαύρη μπογιά στα μάτια, το στόμα και τις απολήξεις των κεράτων. Αυτή η μάσκα έχει επάνω στερεωμένα κέρατα. Από τον λαιμό και τους ώμους ξεκινούν κορδέλες που πάνω έχουν ραμμένα μικρά κουδουνάκια. Στο χέρι κρατούν ένα μπαστούνι ή ένα ξύλο (μαγκούρα).
Αρχηγός των Σάγια είναι ένας μεγαλύτερος σε ηλικία νέος που ξεχωρίζει γιατί είναι ντυμένος με παλιά μαύρα ρούχα, με άσπρο φούμο (αλεύρι) στο πρόσωπο (νεκρική μορφή), δεν έχει χέρια παρά ένα ξύλο που περνιέται από την πλάτη του και προεξέχει από τα μανίκια, έτσι ώστε να μοιάζει με σκιάχτρο (σαν αυτά που βάζουν οι γεωργοί στα χωράφια).
Τα μεγαλύτερα παλικάρια ετοιμάζονται να «βγάλουν» την Καμήλα. Ο Καμηλιέρης βάφεται με μαύρο φούμο στο πρόσωπο και φοράει μαύρο σκούφο και σκούρα ρούχα. Του καμηλιέρη παλαιότερα προηγούνταν ο «μπροστάρης», ένας μεγαλόσωμος αράπης με προβιές μαύρες και κουδούνες στη μέση.
Ένα παλικάρι ντύνεται νύφη και συνοδεύεται από τον γαμπρό. Ακόμη ένα – δύο παλικάρια ντύνονται κοπέλες. Τέλος δύο – τρεις νέοι κρατούν τις ζωστήρες τους στα χέρια και ετοιμάζονται να επιτεθούν στην ομάδα των νέων που θα αποπειραθούν στη διάρκεια της πομπής να κλέψουν τη νύφη. Ο αρχηγός των Σάγια παρακολουθεί και αν παρατηρήσει κίνηση για να κλαπεί η νύφη, βγάζει άναρθρες κραυγές, και έτσι ειδοποιεί για την κλοπή δίχως να μιλά.
Οι μεγάλης ηλικίας γυναίκες του οικισμού (ανύπαντρες, παντρεμένες και χήρες), ξεκρεμούν και μοιράζονται τις εικόνες που φυλάσσονται στο παρεκκλήσι των Αγίων Κων/νου και Ελένης, που βρίσκεται μέσα στο Μουσείο, και στέκονται στη σειρά περιμένοντας να αρχίσει η πομπή προς τα σοκάκια του οικισμού, όπου θα ψάλλουν το απολυτίκιο των Θεοφανείων «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…» κρατώντας και κεριά στα χέρια. Κεριά και Εικόνες εμποδίζουν και αποτρέπουν ως ιερά σύμβολα, τα Σάγια, να τους επιτεθούν με άπρεπες κινήσεις.
Η πρώτη της πομπής (νιόπαντρη κυρία χωρίς παιδιά) έχει φέρει ήδη την πίτα των Θεοφανείων και ένα παιδί αγόρι ή κορίτσι κρατά τον στολισμένο με λουλούδια δίσκο που έχει τον Σταυρό που θα προσκυνούν οι νοικοκυρές στη διάρκεια της πομπής και θα ρίχνουν χρήματα ή αυγά, φρούτα ή ξηρούς καρπούς. Με τα χρήματα αυτά θα πληρωθούν οι Μουσικοί της βραδιάς, τα υλικά του ζεστού ροφήματος (χοσάφ). Αν περισσέψουν δίνονται στην Εκκλησία.
Η πομπή ξεκινάει από το Μουσείο με το απολυτίκιο των Θεοφανείων. Μπροστά πηγαίνει η πίτα των Θεοφανείων με ένα κερί επάνω, ο δίσκος με τον Σταυρό, από πίσω οι κυρίες με τις Εικόνες και τα αναμμένα κεριά στα χέρια, πιο πίσω η Καμήλα με όλη την κομπανία και τα Σάγια που κάνουν τρέλες και θόρυβο, καθώς και ο συνοδός λαός. Κάποιοι πού και πού κλέβουν τη νύφη, δημιουργούν επεισόδια, ο αρχηγός των Σάγια βγάζει άναρθρες κραυγές, τρέχουν τα μικρά με τα μπαστούνια, τρέχουν και οι άνδρες με τους ζωστήρες, χτυπούν στα πόδια τους απαγωγείς και ξανά παίρνουν τη νύφη και τη δίνουν πίσω στο γαμπρό.
Η πρώτη στάση γίνεται στην Εκκλησία του οικισμού. Οι γυναίκες με τις εικόνες και τα κεριά αναμμένα προσκυνούν το σκήνωμα του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, ψάλλουν το «Εν Ιορδάνη» και κατευθύνονται προς τα καζάνια του Αγιασμού. Εδώ κάνοντας έναν γύρο και ψάλλοντας βγαίνουν από την Εκκλησία, ενώνονται με τα Σάγια και την κομπανία της Καμήλας και πορεύονται προς τα καφενεία και τα σπίτια του οικισμού.
Υπάρχει και ειδικό ποίημα στα καραμανλίδικα (Καππαδοκική διάλεκτος) που φωνάζουν τα Σάγια όταν περιφέρονται στα στενά του οικισμού και πειράζουν τους ανθρώπους.
Σάγια Σάγια σαλντίρμα, Είμαστε τα Σάγια, είμαστε τα Σάγια, μη μας διώχνεις.
Σάγια Γκελντί, γκιορντούν μι, Ήρθαν τα Σάγια, βλέπεις; (το κατάλαβες;)
Σελάμ βερντί, αλντινμι. Ευχές σου δίνουμε, τις δέχεσαι;
Βερενίν μπίρ ογλού ολσούν. Όποιος δώσει (μποναμάδες) να κάνει αγόρι
Βερμεγενίν μπίρ κιζί ολσούν, Όποιος δε δώσει να κάνει κορίτσι
ονούντα πασί κέλ ολσούν. Και το κεφάλι της να ναι φαλακρό.
Αφού περάσουν από τα σπίτια τους, οι νοικοκυρές ενώνονται και αυτές με το συνοδό πλήθος. Έτσι όλοι μαζί φτάνουν στο χώρο αφής της πυράς. Τα Σάγια, η πομπή της καμήλας και οι συνοδοί αλαλάζοντας και κουδουνίζοντας ενοχλούν το συγκεντρωμένο πλήθος γυρίζουν γύρω από την στοίβα ξύλων που από νωρίς είχαν φροντίσει να μαζέψουν και να ετοιμάσουν οι νέοι του χωριού και προορίζονται για την αφή της φωτιάς.
Ύστερα έρχονται οι γυναίκες με τις εικόνες και τα κεριά. Τα Σάγια απομακρύνονται. Οι γυναίκες κυκλώνουν την πυρά. Η πρωτοανάφτρα (η γηραιότερη όλων) λέει την προσευχή Άγιος ο Θεός ….Παναγία Τριάς…, συνεχίζει με το «Σήμερα τα φώτα και ο φωτισμός…» και με το καθιερωμένο τετράστιχο στα καραμανλίδικα.
«Σάγια τα βάγια τα, Στα Σάγια και τα Βάγια,
Γιλάν οτέρ κάγιατα, βγαίνει το φίδι πάνω στο βράχο και σφυρίζει.
Αζλιγιμιζντάν ντεγίλ, Δεν είναι λόγω της πείνας μας (νηστικοί δεν είμαστε).
αντέτ ολντού Σάγιατα. Και τα Σάγια γίναν Έθιμο.»
Στο τέλος με δυνατή φωνή λέει: «Και τώρα, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα από τους προγόνους μας, θα ανάψω τη φωτιά για να φύγουν οι Καλικάντζαροι και να πάνε στα έγκατα της γης. Χρόνια Πολλά». Ανάβει με το κερί της τη φωτιά, όλες οι γυναίκες ρίχνουν τα κεριά τους στη φωτιά και η φλόγα ανεβαίνει. Τα Σάγια καταλαβαίνουν ότι θα καούν, τσουρουφλίζονται τριγύρω αλαλάζοντας τρέχουν από εδώ κι από εκεί.
Όταν η φωτιά πάρει μπρος για τα καλά, οι γυναίκες αρχίζουν να χορεύουν με τις εικόνες στα χέρια, γύρω από τη φωτιά, τους πατροπαράδοτους κύκλιους χορούς και τους χορούς με τα κρόταλα (ξύλινα κουτάλια). Μετά τον τρίτο χορό μπαίνουν και οι άνδρες στον κύκλο, τα Σάγια εξαφανίζονται και αρχίζει το γλέντι με άφθονο κρασί, ψωμί, ελιές, χαλβά, τουρσί και, τέλος, μοιράζεται το έτοιμο πια ζεστό γλυκό χοσάφ (ζεστή κομπόστα) σε όλους τους παρευρισκόμενους μέχρι αργά το βράδυ. Η ώρα περνά, η ορχήστρα συνεχίζει να παίζει χορούς και τραγούδια από κάθε περιοχή της Ελλάδος και, ενώ το γλέντι γίνεται ξέφρενο, τα παιδιά, οι νέοι και οι τολμηροί μεσήλικες, επιχειρούν και πηδούν σταυρωτά πάνω από την φωτιά για το καλό της χρονιάς.
Στο τέλος της γιορτής, αργά το βράδυ, πολλοί από τους συμμετέχοντες στο δρώμενο, πιστοί χριστιανοί, παίρνουν λίγα αναμμένα κάρβουνα από την πυρά, τα μεταφέρουν στα σπίτια τους και τα χρησιμοποιούν στο θυμιατό για να θυμιατίσουν τους χώρους μέσα και γύρω από το σπίτι και να ανάψουν την καντήλα. Όπως πιστεύουν, τα μεσάνυχτα ανοίγουν οι ουρανοί και οι ψυχές των νεκρών επιστρέφουν και επισκέπτονται τα σπίτια τους. Γι’ αυτό ανάβουν την καντήλα και κεριά μέσα στο σπίτι, ώστε να βλέπουν οι ψυχές στο σκοτάδι και να μη χάσουν το δρόμο τους.
Όλα τα ενδυματολογικά σύνολα, μάσκες, κιλότες, κουδουνάκια, καμήλα, μπαστούνια, φορεσιές νύφης, γαμπρού καζάνια και κουτάλια χοσάφ φυλάσσονται σε ιδιαίτερο αποθηκευτικό χώρο στο Μουσείο του Καππαδοκικού Πολιτισμού. Οι Εικόνες, ο Σταυρός, ο δίσκος φυλάσσονται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο στην ειδικά διαμορφωμένη Εκκλησία του Αγίου Κων/νου και Ελένης.
Ο τόπος τέλεσης του δρωμένου μέχρι το 1995 ήταν πίσω από το Ιερό της Εκκλησίας του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου στη Νέα Καρβάλη όμως μετά την απαγόρευση του τότε Μητροπολίτη Καβάλας μεταφέρθηκε στην κεντρική πλατεία της Νέας Καρβάλης, 300 μέτρα μπροστά από την Εκκλησία.
Το Δρώμενο ξεκινάει πάντοτε από το κτήριο του Ιστορικού και Εθνολογικού Μουσείου της Καππαδοκίας όπου, αφού ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες και οι μεταμφιέσεις, όλοι οι παρευρισκόμενοι τραγουδούν/ψάλλουν τα κάλαντα της ημέρας και το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε».
Το στοιχείο εγγράφηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2021.

Κοινοποιήστε το άρθρο!